Τρεις, είπε χαμογελώντας, αλλά βλέποντας το απορημένο βλέμμα του αναγκάστηκε να εξηγήσει: «Στη χώρα μου φιλιόμαστε τρεις κι όχι δύο φορές», και αμέσως τεντώθηκε και του έσκασε ένα φιλί. Κάθισαν στα σκαμπό κοντά στα επιπλα tv. Η γκαρσόνα ήρθε κοντά τους και αντάλλαξαν μερικές κουβέντες και γέλια . Προφανώς, γνωρίζονταν καλά. «Τα ποτά είναι δικά μου», άνοιξε τη συζήτηση . «Κανονικά εγώ πρέπει να κεράσω, που είμαι οικοδέσποινα». «Θα το επέτρεπα, αλλά μετά τη σίγουρη απόλυση σου…» «Ποια απόλυση;» «Μετά την πρωινή φυγή σου από το γκισέ, είμαι βέβαιος ότι θα σε απολύσουν». Του χάρισε ένα γάργαρο γέλιο. «Είναι μια εργασία ημιεθελοντική. Το ωράριο είναι ελαστικό. Απλώς τις περιόδους τουριστικής αιχμής η κυβέρνηση δίνει την ευκαιρία σε γλωσσομαθείς, όπως του λόγου μου, να βοηθούν στις Πληροφορίες για τις συνθεσεις. Όταν σε είδα στην ουρά κόντευα να σχολάσω. Ε, δεν το σκέφτηκα και πολύ. Πάντως, όπως λέτε και στη χώρα σου, βουνό με βουνό δε σμίγει. Το είπα σωστά;»
Επίσκεψη σε μια ψηλοτάβανη αποθήκη με επιπλα.
Και ποιος άνθρωπος της εταιρείας θα είχε πολυτελή αυτοκίνητα και έμπιστους ανθρώπους στη διάθεση του και θα τολμούσε να κάνει μια αντιγραφή στα επιπλα; Προφανώς ένας υψηλά ιστάμενος, ένας διευθυντής, ένα στέλεχος. Ο Φρανσουά επιβεβαιωνόταν θριαμβευτικά. Το κεντρικό, ή έστω κάποιο εξέχον μέλος του, ήταν αναμεμειγμένο στην υπόθεση. Τουλάχιστον τώρα ήξερε με ποιους είχε να κάνει. Το αυτοκίνητο άρχισε να κινείται πιο αργά για να σταματήσει εντελώς σε λίγο. Άκουσε ένα μεταλλικό ήχο από τα δεξιά του και την πόρτα να ανοίγει. Βγήκε από το αυτοκίνητο. Αισθάνθηκε έναν παγωμένο αέρα στο πρόσωπο. Από μακριά ακούγονταν ήχοι αυτοκινήτων. Προφανώς είχαν βγει από τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο, αλλά δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ από αυτόν. Δεν ακούγονταν άλλοι ήχοι πόλης ούτε και ήχοι εξοχής. Τον οδήγησαν σε ένα έδαφος στρωμένο με χαλίκια για εκατό περίπου βήματα. Μπήκαν σ’ ένα κτίριο. Ο χώρος είχε την οσμή βερνικιού, σαν αυτά που βάζουν στα τραπεζακια , πρέπει να ήταν άδειος και ψηλοτάβανος, γιατί τα βήματα τους αντηχούσαν χαρακτηριστικά. Μάλλον πρόκειται για κάποια αποθήκη επίπλων.
Continue reading Επίσκεψη σε μια ψηλοτάβανη αποθήκη με επιπλα. »
Στον δρόμο για το σπίτι με τα νεομπαρόκ επιπλα
Συμβουλεύτηκε το ρολόι του άφησε τα επιπλα στην θέση τους και ξεκίνησε για το σπίτι. Προτίμησε το μετρό και κατέβηκε στο τέρμα. Το σπίτι απείχε μόλις δυο τρία τετράγωνα. Αναγκάστηκε εντούτοις να ρωτήσει δύο φορές για τη συγκεκριμένη διεύθυνση γιατί η σήμανση σ’ εκείνη τη συνοικία με τις πολλές μονοκατοικίες ήταν ελάχιστα διαφωτιστική. Τελικά διαπίστωσε ότι το σπίτι δεν ήταν ακριβώς σπίτι. Ήταν μάλλον έπαυλη. Ένας ψηλός μαντρότοιχος τη χώριζε από τον ήσυχο δρόμο. Στη βαριά σιδερένια πόρτα ήταν προσαρμοσμένη μια κάμερα παρακολούθησης. Χτύπησε το κουδούνι. Τουλάχιστον έτσι πίστευε ότι λειτουργούσε το κουμπί που πάτησε. Στο θυροτηλέφωνο ακούστηκε η φωνή του νέου άντρα με τον οποίο είχε ξαναμιλήσει.Περίμενε άλλα δυο λεπτά πριν ανοίξει η πύλη της βίλας με τον πιο αθόρυβο τρόπο που θα μπορούσε να ανοίξει μια πόρτα. Μπήκε στο προαύλιο. Κοίταξε για λίγο γύρω του. Το σπίτι ήταν ένα επιβλητικό κτίριο σε ρυθμό νεοκλασικό, με πολλές ψευδοαναγεννησιακές προσθήκες. Επιπλα νοεμπαρόκ.Του θύμιζε αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις του κινήματος της Σετσεσιόν. Ο κήπος στο μπροστινό μέρος του οικήματος ακόμα και τούτον το χειμωνιάτικο μήνα διατηρούσε την πρασινάδα του και περιλάμβανε και κάποια ανθεκτικά λουλούδια σε περιποιημένα μικρά παρτέρια, γεγονός που φανέρωνε τη φροντίδα του ιδιοκτήτη.
Continue reading Στον δρόμο για το σπίτι με τα νεομπαρόκ επιπλα »
Επιπλοποιός με φαντασία
Υπήρχαν όμως άλλοι τρεις από την πενταμελή παρέα των φοιτητικών χρόνων του οι οποίοι ήταν παρόντες – τουλάχιστον για την ώρα. Θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να έρθει σε επαφή μαζί τους. θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να συνδέονται ή να ξέρουν κάτι για τα αξεσουαρ. Αλλιώς τι νόημα είχε η διπλή ντουλάπα; Ίσως μάλιστα να κινδύνευαν και οι ίδιοι αν μοιράζονταν κάποιο μυστικό. Κι αν κάποιος από αυτούς συνδεόταν με τα επιπλα ή τα ειδη κηπου; Ο ξυλουργός είχε υποθέσει ότι ο τεχνίτης ήταν γνωστός του καθηγητή. Δεν υπήρχαν ίχνη θραύσης. Αναστέναξε. Η σκέψη του παραδινόταν στη φαντασία του. Ο καθηγητής είχε έναν τεράστιο κύκλο γνωριμιών, θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Ακόμα και ο ίδιος θα μπορούσε να είναι ύποπτος. Ήταν επιπλοποιός στο κάτω της γραφής. Όμως πώς ήταν δυνατόν κάποιοι γέροι μετά από τόσα χρόνια φιλίας και ζώντας σε άλλες χώρες να περιφέρονται στην Ευρώπη και να πωλούν επιπλα; Ήταν γελοίο ακόμα και ως σκέψη. Όχι, κάτι άλλο κρυβόταν στα σκοτάδια του λαβυρίνθου όπου παραπατούσε με τη θέληση του. Και αυτό το κάτι ήλπιζε να το βρει στο παραδοσιακό κατάλυμα της μονοκατοικίας, που σε λίγο θα διέκρινε το σκοτεινό της όγκο να αναδύεται από το πέλαγος.